O Gottfried Benn υποστήριζε ότι στη λυρική ποίηση το μέτριο
είναι ανεπίτρεπτο και ανυπόφορο
Όταν με διαβάζω τον δικαιώνω

Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2015

ΚΑΛΛΙΜΑΣΤΟΣ





Μεστό όλο χυμούς , αειθαλές
το φυλλοβόλο εμέ παραμερίζεις
στο λινομέταξο αχνοφαίνονται θηλές
και έναν Αύγουστο ξωπίσω ανεμίζεις

χωρίς στηθόδεσμο εσείοντο, χωρίς
εσύ καλλίμαστος να κάμεις πως γνωρίζεις
στο ξυπνητό όνειρο μπλάβο αναχωρείς
και στη πεζή ημέρα με γυρίζεις

των θείων άγνωστες ως μένουν οι βουλές
του παραδείσου ωσάν μετάλαβα την τέρψη
ήταν δεν ήταν αμφιβάλλοντας να λες
ίδια με αυτούς που στο μυαλό έχουν σαλέψει


Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

το κοχύλι





Άδειο του γιαλού κοχύλι
που χεις τη βοή στα χείλη
και της θάλασσας  τ αλάτι
ποιά σε κουβαλούσε πλάτη

σα τα σπίτια τ αφημένα
τ άδεια τα ερημωμένα
μπαίνει αέρας και βουίζει
βγαίνει  και σου ψιθυρίζει

όσους κόπους και να κάμω 
γιόμισαν βοή και άμμο
των ανθρώπων μοιάζει η μοίρα
σα κοχύλι στην αλμύρα









η εικόνα είναι από www.xechoro.gr

Σάββατο, 25 Απριλίου 2015

Σίμων ο Κυρηναίος



Στης θείας κωμωδίας την μπαλάντα
βαθιά στο ομιχλώδες παρελθόν
με θέλω εκει που έπεσε ο παθών
κι ήθελε αγάντα.

Αρτιμελής ως να ήμουνα και νέος
εγώ απ τη γενιά του κανενός
ο Σίμων να γενώ ο Αφρικανός
ο Κυρηναίος.

Και έγινα!  γραφτό στο ριζικό μου
κομμάτι των θαυμάτων των μεγάλων
αιώνες κουβαλω σταυρό των άλλων
και τον δικό μου.
---


εξερχόμενοι δέ εύρον άνθρωπον  Κυρηναίον ονόματι Σίμωνα 
 τούτον ηγγάρευσαν ίνα άρη τον σταυρόν αυτού

Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2015

Βαθειά Ιεριχώ

  

Άσε τους αργυρώνητους μπροστά και τους τελώνες
έλα μαζί παράμερα σε φώτα λιγοστά
σε βιβλικές κι αν ζήσαμε ημέρες Βαβυλώνες
θυμήσου η ανάσταση θα ρθεί μας το χρωστά

βάστα και το τρεμάμενο κερί καθώς τ’ αξίζει
χίλιες κι ας ήρθαν συμφορές με τις χαρές ανάρια
πάντα μια άκρη ουρανός τον πόνο θα κερδίζει
και οι πεθαμένοι θα κυλούν τις νύχτες τα λιθάρια

κι ας τους Ιούδες που έχουν βιός κρυφά να τους ορίζει
το χέρι π’ αλυσόδεσε τον κόσμο στο τροχό
καθώς το καταπέτασμα στα δυό θα τους γκρεμίζει
εκείνη που έχουν μέσα τους βαθειά Ιεριχώ

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Στον τόπο του εγκλήματος


Σαν το κομπάρσο στης ζωή σου την ταινία
μήτε χαλάλι να χρωστάς μήτε χατίρι
σε συναντώ κάποιες φορές στα καφενεία
κι έχεις στα δάχτυλα τσιγάρο και ποτήρι

κι όταν ρουκέτες τα τσιγάρα σου θα κάψεις
ναυάγιο δίχως τις σκηνές του πανικού
σα να χες κάτι που πουλάς , κάτι να γράψεις ,
φονιάς γυρνάς στο μαγαζί του φονικού

τάχα αδιάφορα πελάτης π' αγοράζεις 
κουμάντο κάμεις με το νου ξένα χωράφια
σα να μη χάθηκαν ποτέ τα λογαριάζεις
εδώ ψυγείο του παγωτού εκεί τα ράφια

κι όταν τρομάζεις απ την όψη του θηρίου
σ'αρπάζει η πόλη και στους δρόμους σε γυρνά
σαν επιβάτη αστικού λεωφορείου
που κάμει τέρμα στην οδό του πουθενά


                                       Στον Γιάννη που έχασε
                                                    το μαγαζί του 







Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014

η μεγαλοκοπέλα



Τέσσερις δρόμοι είναι η πόλη σου μεγάλη
τα πρωινά  προαυλισμός της φυλακής
στον ίδιο φούρνο στον απέναντι μπακάλη
όλα τετράγωνα σαv πλαίσιο λογικής

μαλλί καμένο από χίλια πιστολάκια
κάθε ρυτίδα σου το δρόμο της τραβά
στήνεις καυγά με ένα τελάρο φασολάκια
που το τομάρι τους πουλάνε ακριβά

παλιό κατάλοιπο αυστηρής πατριαρχίας
του καθώς πρέπει απαρνείσαι την αιδώ
κι έχεις το βλέμμα κοριτσιών της επαρχίας
και την απόγνωση του πάρε με από εδώ

Τρίτη, 3 Ιουνίου 2014

τα κάγκελα



Δεν τις λησμόνησα  ποτέ μου και καμιά
μες των πολλών των εραστών την ερημιά
που γερασμένες θα ναι πια αδελφοφάδες
μ’ αρσενοκοίτες συντροφιά και με τριβάδες

η κάθε βίζιτα μια κάθετη γραμμή
μια οριζόντια μετά στη πληρωμή
τη Βάσω την Αλίκη και την Άγγελλα
κι ενα τετράδιο θυμάμαι όλο κάγκελα

κάτω απ της Λένορμαν αργά τους φανοστάτες
έφτιαχνε ο έρωτας μικρούς επαναστάτες
και μνήμες γόνιμες της έπειτα εποχής
για κατανόηση βαθειά της ανοχής

έτσι καθώς ήρθε η ζωή με ειρωνεία
στης αγοράς να με εκδώσει τα πορνεία
σα την τσατσά στο τραπεζάκι πλάι στο ράδιο
να χω με κάγκελα δικόμου ένα τετράδιο
  

Σάββατο, 17 Μαΐου 2014

εφιάλτες


Κουβέντα σα να πιάνεις με τα κύματα
καράβια περιμένεις βραδινά
αιώνας το σκοτάδι δεν περνά
ο ύπνος κι οι ανάσες με διαλείμματα

ορθάνοικτη ζωή και συλημένη
λόγια ακατάληπτα ονείρου φωναχτά
πιστεύεις και τα κάνεις φυλαχτά
τη νύχτα ότι σου λεν οι πεθαμένοι

χαράζει με το σώμα να σπαρά
ζωή απ τη ζωή μέσα των άλλων
των ουρανών ανήκεις των μεγάλων
και σπας στα κάγκελα τις νύχτες τα φτερά



Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2014

στη μούσα



Νιώθω πως ξόφλησα πως έχω πια σχολάσει
έξω απ τα μπαρ όπου συνήθως ενδημούσα
γιατί εκει με εύρισκε η μούσα
δεν πάω πια κι εκείνη μ έχει χάσει

και μένω άπραγος μη τύχει και γελάσει
μη γράφω στίχους με κορδέλες και με λούσα
λείπει η αλήθεια μου τραχιά και Οφιούσα
να σηκωθεί μες τη καρδία να με δαγκάσει

και λέω τάχα πως θα πάω να με κολάσει
καλοβαλμένη κραταιά και ναυκρατούσα
σε μια θάλασσα ποτά δίπλα η μούσα
κι εγώ ν αρχίζω τσακωμό ποιος θα κεράσει

κι ύστερα λέω το πρωί να με ξεβράσει
μπρος σε καθρέφτη που σαν ξένο με κοιτούσα
κι έτσι καθώς απ το πιοτό παραπατούσα
να πέσω πάνω και ο άγνωστος να σπάσει



Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2014

το τάλιρο



Σου δίνω χάνδρες και μετά το καθρεφτάκι
να ιδώ την έκπληξη στα άπληστα τα μάτια σου
παράσταση του Σινεακ καπέλο απ το ναυτάκι
τα νιτερέσα της δουλειάς και τα κομμάτια σου

κάποτε μου πες πως σε πλάκωσε ένα τάλιρο
κι όταν τ' απόκτησες θυμάμαι τις φωνές σου
σε έξω ράδα Πειραιά και νέο Φάληρο
ν αγοραστούν κόστιζαν τόσο οι δαίμονες σου

μα τους δικούς μου εγώ τους άφησα απλήρωτους
τους κουβαλώ σα τους αιώνιους πιστωτές
χρόνια που χάθηκε η γυαλάδα των ονείρων τους
έλεγα πάντα και μου γύριζε ποτές

τώρα που πάλιωσε ο κόσμος και ξεφτίσαμε
με πόσα τάλιρα αλήθεια σ αγοράζω
σ ότι πιστέψαμε και σ ότι αγαπήσαμε
τις μνήμες κόλλυβα έχω μάθει να μοιράζω

σου δίνω χάντρες και μετά το καθρεφτάκι
να δω την έκπληξη στα γέρικα τα μάτια σου
ακτή Ξαβέριου παγόδα παλατάκι
στον ελεγκτή να τελωνίζω τα κομμάτια σου