O Gottfried Benn υποστήριζε ότι στη λυρική ποίηση το μέτριο
είναι ανεπίτρεπτο και ανυπόφορο
Όταν με διαβάζω τον δικαιώνω

Δευτέρα, Μαρτίου 31

στη μούσα



Νιώθω πως ξόφλησα πως έχω πια σχολάσει
έξω απ τα μπαρ όπου συνήθως ενδημούσα
γιατί εκει με εύρισκε η μούσα
δεν πάω πια κι εκείνη μ έχει χάσει

και μένω άπραγος μη τύχει και γελάσει
μη γράφω στίχους με κορδέλες και με λούσα
λείπει η αλήθεια μου τραχιά και Οφιούσα
να σηκωθεί μες τη καρδία να με δαγκάσει

και λέω τάχα πως θα πάω να με κολάσει
καλοβαλμένη κραταιά και ναυκρατούσα
σε μια θάλασσα ποτά δίπλα η μούσα
κι εγώ ν αρχίζω τσακωμό ποιος θα κεράσει

κι ύστερα λέω το πρωί να με ξεβράσει
μπρος σε καθρέφτη που σαν ξένο με κοιτούσα
κι έτσι καθώς απ το πιοτό παραπατούσα
να πέσω πάνω και ο άγνωστος να σπάσει



Πέμπτη, Ιανουαρίου 16

το τάλιρο



Σου δίνω χάνδρες και μετά το καθρεφτάκι
να ιδώ την έκπληξη στα άπληστα τα μάτια σου
παράσταση του Σινεακ καπέλο απ το ναυτάκι
τα νιτερέσα της δουλειάς και τα κομμάτια σου

κάποτε μου πες πως σε πλάκωσε ένα τάλιρο
κι όταν τ' απόκτησες θυμάμαι τις φωνές σου
σε έξω ράδα Πειραιά και νέο Φάληρο
ν αγοραστούν κόστιζαν τόσο οι δαίμονες σου

μα τους δικούς μου εγώ τους άφησα απλήρωτους
τους κουβαλώ σα τους αιώνιους πιστωτές
χρόνια που χάθηκε η γυαλάδα των ονείρων τους
έλεγα πάντα και μου γύριζε ποτές

τώρα που πάλιωσε ο κόσμος και ξεφτίσαμε
με πόσα τάλιρα αλήθεια σ αγοράζω
σ ότι πιστέψαμε και σ ότι αγαπήσαμε
τις μνήμες κόλλυβα έχω μάθει να μοιράζω

σου δίνω χάντρες και μετά το καθρεφτάκι
να δω την έκπληξη στα γέρικα τα μάτια σου
ακτή Ξαβέριου παγόδα παλατάκι
στον ελεγκτή να τελωνίζω τα κομμάτια σου


Τετάρτη, Νοεμβρίου 27

σας μιλούν τα Τίρανα

Στα τηλεπαράθυρα και τις αντεγκλήσεις
μη ξεχνάς το φάρμακο και περαστικά
σας μιλούν τα Τίρανα και σας λεν ειδήσεις
και τα δρομολόγια τ’ ακτοπλοϊκά

πάραυτα απέπλευσε το Άννα - Μαρία
πίσω του σφυρίζοντας το Ωκεανίς
ο φτωχός ο τόπος μας έχει ιστορία
οσα μας εδίδαξε δεν ακούει κανείς

μια πατρίδα υποταγής και συναυτουργίας
στέλνει χαιρετίσματα αγωνιστικά
στην ουρά επίδομα παίρνει ανεργίας
από τα παράθυρα τα ναρκωτικά

κάποτε τραγούδησε τώρα πια δεν θέλει
λευτεριάς πως γίνονται λίπασμα οι νεκροί
το συρε στην άσφαλτο κι έγινε κουρέλι
νόημα σαν στρίφωμα που πεσε μακρύ

στα τηλεπαράθυρα και τις αντεγκλήσεις
σώπασε και άκουσε γατί εσύ δεν ξέρεις
σας μιλούν τα Τίρανα και σας λεν ειδήσεις
σας μιλούν τα Τίρανα και ο Πρετεντέρης



Τρίτη, Οκτωβρίου 29

zoloft



Με φάρμακα ψυχότροπα και άμμο απ τη Σαχάρα
βουλιάζω στον περίγυρο τον επαρχιακό
κανένα πρωτοσέλιδο δεν έχει φονικό
κανένας απ τους φίλους μου δεν έχει για τσιγάρα

στο δρόμο με τους φοίνικες σε φώτα από γκάζι
χαζεύω μικροπράγματα ασήμαντα ευτελή
έχω στο στόμα το στεγνό σφουγγάρι με χολή
και κουβαλω μιας άνοιξης την προσμονή μαράζι

καρέκλες στα τετράγωνα ασπρόμαυρα πλακάκια
θαμώνες αερολογούν στην άτυπη σκακιέρα
κι ιδία μ αυτά που θα φωτούν το μνήμα τους μια μέρα
ανάβουν στα τραπέζια τους τις νύχτες φαναράκια

εκει τους χρόνους που μετρούν κι αριθμό ενσήμων
ρήγα που έχουν χάρτινο και χάρτινα σπαθιά
τη νιότη μου που έμοιαζε γεράματα βαθειά
είδα περνώντας να κερνά καφέδες μνημοσύνων

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 10

η πανοπλία


Κορώνα και σπαθί κόκκινος ρήγας
δρεπάνι και τσαπί μαύρος κολίγας
χαμάλης και επίκουρος αθλίων
σε έριδα φθηνή χαρτοπαιγνίων

εφεύρα ένα ψέμα σιδερένιο
και έντυσα το σώμα τ’ αχυρένιο
και σαν τις πανοπλίες στα μουσεία
φαντάζω θαρραλέα ανοησία
σφυρήλατα απ έξω μου τα στήθια
στα αίματα πιο μέσα η αλήθεια

ω πόσο σε κουράζει να εξηγείς
το κόκκινο της  μέσα σου πληγής


Τρίτη, Ιουνίου 25

οι χρεοκοπημένοι



Φτωχά κι ασήμαντα ανθρωπάκια αναλώσιμα
ίδια μ' αυτά π’ αυτοκτονούνε στις ειδήσεις
όλη η ζωή τους σε μια τσάντα με γεννόσημα
και τον αγώνα ως τα εδώ να τ’ αποκτήσεις

φωτογραφίες του στρατού λύπες, χαρμόσυνα
οι αναμνήσεις που γυρνούν και τους ρημάζουν
τα ονόματα τους συναντούν στα κηδειόσημα
μα εκείνοι στέκουν στη κολώνα και διαβάζουν

ζωή και θάνατος σα να γιναν ταυτόσημα
μες των χαμένων πριν κρυφτούν τη κουστωδία
στα γράμματα τους δεν κολλάνε γραμματόσημα
και φεύγουν πάνε στη δική τους την κηδεία



Δευτέρα, Ιουνίου 3

αύριο θα φορέσω ένα καπέλο


Αύριο θα φορέσω ένα καπέλο
πλατύ καθώς να μου ταιριάζει
η μαύρη του κορδέλα και η θλίψη
και φιλικά παράτολμος θα συγχρωτίζομαι
μ' ανθρώπινo κοπάδι που χειμάζει
σ' ενός το τέλος ταξιδιού που μου χε λείψει

κάτω απ του ήλιου του λουσμένος τα μυστήρια
ο μετανάστης που σε πρόχειρη ενκατάλυση
του νέου κόσμου θα εντρυφεί την ατοπία
οι γλώσσες όλες σα να λύθηκαν σε μιά
της συμφοράς καθώς την εναγκάλιση
τοίχοι χιλιόμετρα την κάνουν στα τοπία

αύριο θα φορέσω ένα καπέλο
όχι πως νοιάστηκα τους ήλιους.Ικέτης
πάντα θλιμμένων ουρανών υπήρξα στα όνειρα μου
και λογοκόπος σε ομήγυρη κωφών
που σπαθωτά νερόκρινα σα νεφεληγερέτης
έταζε στην απέραντη την έρημο της άμμου


Παρασκευή, Μαΐου 3

η συχώρεση του Ιούδα



Θα ρθει μια μέρα να σε βρω σ' αυλή της οικούμενης
στις παρυφές του Γολγοθά και τη Γεσθημανή
κι εκει στη μέση του καφέ εσύ να επιμένεις
πως έχει γιάνει το καρφί και πια δε σε πονεί

θα χει η κουβέντα συννεφιά κ΄ ήχο παραπονιάρη
εσύ με φίλο το φονιά και δίπλα τον ληστή
να χει φορέσει μου η ψυχή κουρέλια διακονιάρη
ποτές ως να  μη χάθηκα, μην έχω κρεμαστεί

κι έτσι καθώς αναίτια μ' αφήκα να γεράσω
κι ήταν σα να με δέχτηκες σε ουρανού χωριό
μήτε για τη συχώρεση δεν έχω να κεράσω
τα ξόδεψα σε μιας ζωής το κεραμιδαριό


Τρίτη, Μαρτίου 19

το καρφί



Η εποχή του γανωτή και του σαράφη
σε μια τετράγωνη κορνίζα πλάι στο ράφι
ο ιδρυτής και ο γεννήτορας οβάλ
σε κάποια άλλη, πλάι σε σκεύη από τεφάλ

το και υιός μια ισόβια  φυλακή σου
στο πόσο κάνει ενός πολέμου θωρακίσου
τα βερεσέ μιας ζωής και τα κατάστιχα
το μολυβάκι το κοντό κι η γομολάστιχα

ορθό  καρφί όπου τρυπάς τις αποδείξεις
θα έρθει μέρα τη παλάμη που θα μπήξεις
γέρος χριστός που τον σταυρώσαν από λάθος
θα βλαστημάς μα θα το ξέρης κατά βάθος

τα γράμματα σας κουβαλώ εγώ τα άλικα
ο πωλητής στης επαρχίας τα μπακάλικα
αχ  μαγαζιά της παρακμής παλιομοδίτικα
έκανα ρούχο μου το πόνο σας και ντύθηκα






Τετάρτη, Φεβρουαρίου 27

μη με τρομάξουν





Με ξέχειλο ποτήρι και μ’ ευχές
στης σόμπας τη γωνιά τη πυρωμένη
χειμώνα π’ αρχινάνε οι βροχές
στο τοίχο αδειανή τους η κορνίζα
από τα κάδρα  ξεκολλούν οι πεθαμένοι
παλιομοδίτες μες τα ρούχα τους τα γκρίζα

σε γνώριμες εκει τις αγκαλιές
η νύχτα που’ χει κι ο βροχάρης αναστήσει
μιά παρηγόρια σα ρακόμελου γουλιές
και ευλογιά για το θνητό που ζει το θάμα
κάνει το δάκρυ της χαράς να μοιάζει λύση
ξόρκι του πόνου και του θάνατου αντάμα

μουσαφιραίους έχω απόψε γλεντοκόπους
η λογική ίδια κι ο νους μου να  λαθαίνει
για άλλους μάθαινα καιρούς και άλλους τόπους
μα ως  υψώνουν το ποτήρι να μου τάξουν
θα πρέπει λέω να μιλούν σ όποιον  πεθαίνει
και δε το λεν ευγενικοί μη με τρομάξουν

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 7

Σχιζοφρένεια



Σα να βγαλε η ζωή όλο το άχτι
τα όνειρα και τα μαλλιά μας στάχτη
απέναντι ένας στρόγγυλος μεγάλος
καθρέπτης μαρτυριάρης παπαγάλος

εργόχειρα της μάνας ,παροιμίες
στο παραλήρημα εσύ εγώ αρρυθμίες
να τα κεράσια τα πολλά, μικρό καλάθι
η παναγιά στα κλάματα, χριστός στ’ αγκάθι

ζεστό το μαγαζί και η μουσική
παράλογο ζητά τη λογική
θανάτοι μοιρασιά κουβέντα άχαρη
με κουταλάκι παίζεις και τη ζάχαρη

χαπάκια, μα στο βλέμμα ο πανικός
με άκουγες σα να σουν λογικός
έξω απ το τζαμί στη βροχή χωρίς ομπρέλες
οι παιδικές περνούν χλευάζοντας οι τρέλες

Κυριακή, Ιανουαρίου 20

Περμαγκανάτ




Τις μοίρες και αν σκότωσες σου γλύτωσαν οι μούσες
συν Αθηνά μου το χες πει, γιε μου και χείρα κίνει
το κουβαλώ κι ας άργησα να μάθω τι εννοούσες
σα το χαπάκι της καρδιάς κι ελονοσίας κινίνη

είναι στιγμές που μου έρχεται τσιγάρο να σε στρίψω
σε τούτο το μικρόκοσμο χώρεσα σα μικρός
και θα ερχόμουν φάντασμα μια νύχτα να σε πνίξω
 αν είχα τις επιλογές αν ήμουνα νεκρός         

από το λάκκο της ζωής και χρέος να προκόψεις
τα βραδινά σε συναντώ, είναι πολλές φορές
στων σουπερ μάρκετ σαν φθηνή τις φωτεινές προσόψεις
και προσφορά ασήμαντη στις άλλες προσφορές

ειν η τιμή που σε πτοεί και θέλεις να ενδώσεις
να χεις να πλύνεις μια ψυχή για την Αχερουσία
και μούσα εσύ να λειτουργείς άδικα να με σώσεις
σα πόρνης το περμαγκανάτ μετά τη συνουσία


Πέμπτη, Ιανουαρίου 3

οι λιθοξόοι



Σε ευρετήριο σπιράλ των τηλεφώνων
από μια νιότη παλαιά αποδραμούσα
σα φυματίωση του εξήντα των πνευμόνων
βρήκα ονόματα που κάποτε καλούσα

μαύρο μολύβι να χεις χρώμα ειμαρμένη
όσοι λογάριαζα στους λύκους κι όσοι ερίφια
αρμονικά να συνυπάρχουν πεθαμένοι
πλάι σε νούμερα αστεία εξαψήφια

να ξέρω εκείνοι που με γράφουν ή τους γράφω
σκιές στον ήλιο που απλά γονυπετούμε
σα λιθοξόοι να χαράζουμε σε τάφο
νούμερα κάποτε που δε θα απαντούμε



Δευτέρα, Δεκεμβρίου 24

Άγια νύχτα


Άγια μια νύχτα με στολίδια
σε λειτουργιά ψιχαλισμένη
του κάτω κόσμου ξεχασμένοι
κοιμούνται οι γέροι στα στασίδια


 η παναγιά στα μενεξιά της
αστράφτει τ’ άδειο μανουάλι
και δείχνει απόψε πιο μεγάλη
η εκκλησιά στη μοναξιά της

έξω αψηφώντας τις φοβέρες
ενός Ηρώδη βασιλιά
παίζει το πάρε με αγκαλιά
η πόλη ξύπνια στις βεγγέρες

και με τη κούκλα τ΄αϊ Βασίλη
που χόρευε γυναικωτός
τ΄ άγια επήρε της νυχτός
και τα κατάντησε ρεζίλι


Δευτέρα, Νοεμβρίου 26

ψηφιδωτό




Το πρόσωπο μου το σεβάστηκαν ως είδες
εκείνες που μου λείπουνε ψηφίδες
αιώνων η πατίνα και τα εύσημα
δεν μου στερήσανε τα χείλη τα ερωτεύσιμα

με αδικεί να σε κοιτώ, ακόμη νέος
οικοδεσπότης ευπατρίδης Αθηναίος
συνδαιτυμόνα να σε έχω  εδώ σιμά μου
κι όμως ποτέ να μη γνωρίσεις τα όνομα μου

και πάλι λέω επιλογή αν είχα τάχα
κάλιο αυτό παρa επιτύμβιο μονάχα
κι ότι από σε μετά του θάνατου τη κλίνη
μήτε εικόνα μήτε όνομα θα μείνει

Τετάρτη, Οκτωβρίου 31

στο μαρκάτο



Παράταιρα η στάση του σκυφτή
μα είχε ένα χαμόγελο ως τ’ αυτί
μου έκαμε αστεία και γελούσα
τη τσούλαγε, εγώ την κουβαλούσα

βιτρίνα το κατάστημα με λούσα
περίσσευε στο ξώφτερνο η πατούσα
αγχέμαχα σ αγώνα βιοπάλης
ο δρόμος το καρότσι κι ο χαμάλης

της μιας να γέρνεις κι άξαφνα της άλλης
ζωή της αδικίας της μεγάλης
την αγορά παλιά τη λέγαμε μαρκάτο
και σε τσουλάμε μια μέρα παρακάτω

Τετάρτη, Οκτωβρίου 10

παραγγελιοδόχος




Κράζουν του πόνου τα λογής θαλασσοπούλια
κι άλλο χειμώνα πρέπει να βρω δανεικά
παίζουν το φεύγα και ακούγονται τα πούλια
είναι ο Νοέμβρης τον Οκτώβρη που νικά

άδειο τετράδιο το άγχος του γραφιά
μια τιμωρία βιβλική που δε μου ανήκε
η επαρχία του χειμώνα η μαγκουφιά
το μεροκάματο που σήμερα δε βγήκε

άδεια τραπέζια και καρέκλες στη βροχή
για να παλιώσουν του καιρού σαν τους ανθρώπους
κι αυτή που έκαμα καινούρια μιαν αρχή
μόνο τους κόπους της μου άφηκε, τους κόπους

στρίβω τσιγάρο και δεν πρέπει να καπνίζω
δε θα βρεθεί ποτέ για μένα μια γωνιά
είναι που πια δε με πουλώ μα με χαρίζω
είναι που ψάχνω της ζωής μου το φονιά

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 26

ο κύριος Πεγιάνοβιτς έχει πεθάνει



Έλυσαν οι χρόνοι μου και πάνε
καράβια με τη κόρνα τους στεντόρεια
στο μαύρο πάντα να μιλά τ’ άλλα να κουδουνάνε
ο μέντορας που είχα στα εμπόρια

μεγάλες προσδοκίες και στολή
του πειρατή με δυο σπαθιά και το κεφαλοπάνι
κάποιον Πεγιάνοβιτς θυμάμαι να καλεί
και πως του είπανε πως έχει πια πεθάνει

τώρα τις λέξεις περιμένω στο ποτήρι
να με φιλέψουν απ τη δόξα των μαικήνων
του πεθαμένου κάνω χρόνια ενα χατίρι
κι ας μην αγόρασα ποτέ κάτι από εκείνον

παλιά παρέα αποτσίγαρα σβηστά
και το δικό μου που είχα χούι να σαλιώνω
άλλα στο φίλτρο όταν φτάσανε μπροστά
κι άλλα δυο τζούρες μοναχά δυο τζούρες μόνο

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 3

Ο Νιαγάρας




Χαμήλωσε  φτερά το νυχτοπούλι 
τ’απέμειναν οι μνήμες της αφής
κι απ’ ένα καζανάκι οροφής
τ’ άσπρο χερούλι

 τετράγωνο κουτί των ενθυμίων
παγκάρι που ηχεί των οβολών μας
σε άγιο προστάτη των φαλών μας
κι απόρων κορασίδων πλην τιμίων

αληθινά οσα θυμίζουν κι οσα ψεύτικα
θωπεία ταπεινών αντικειμένων
 τη νίκη κουβαλούν των πεπρωμένων
κι άλλα την ήτα που ποτέ δε παραδέχτηκα

μοιάζει αναίτια τ’ αφήνω να παλιώνουν
εκει γαλήνια στη ξύλινη τη κάρα
μ’ ένα χερούλι ανάμεσα τους Νιαγάρα
να λες το τράβηξες και όλα εδώ τελειώνουν


Δευτέρα, Αυγούστου 20

το μαύρο φουστάνι


Θα έχω τρίγωνο ραυτό χίλια βελόνια
σα θα ματάρθω να σε δω λαχτάρα πόση
στη παραμάνα φυλαχτό να με λυτρώσει
απ τα δαιμόνια

μα αφού δεν έχω με ξαφνίζεις δεν με ορίζω
και τις καμπύλες με τα μάτια ιχνογραφώ
φτάνω στα στήθη σε φαντάζομαι τροφό
και μ' αφορίζω

κι ως δε σ' είχα ματαδεί μαυροφορούσα
μοιάζει να το ήξερες και τάχα να πενθείς
όπως ποτέ δε το μπορεί ν αγαπηθείς
να το μπορούσα

και σιωπώ στο αν σου πάνε κι αν αρέσεις
ωφέλεια να χω αυτόν το γρίφο τον μεγάλο
είναι του πένθους ή δεν είχες κάτι άλλο
για να φορέσεις ;