O Gottfried Benn υποστήριζε ότι στη λυρική ποίηση το μέτριο
είναι ανεπίτρεπτο και ανυπόφορο
Όταν με διαβάζω τον δικαιώνω

Κυριακή, Φεβρουαρίου 4

Στην υγειά τους


  


’Μητρός τε καὶ πατρός καὶ τῶν ἄλλων προγόνων ἁπάντων τιμιώτερόν ἐστιν πατρὶς καὶ σεμνότερον καὶ ἁγιώτερον καὶ ἐν μείζονι μοίρᾳ καὶ παρὰ θεοῖς καὶ παρ᾽ ἀνθρώποις τοῖς νοῦν ἔχουσι’’    

Σωκράτης.


Ακόμη μια φορά βρίσκομαι ανίκανος να περιγράψω ακριβέστερα, τελειότερα και συνοπτικότερα το ρυάκι του νου μου για μια πραγματικότητα που βρίσκεται περισσότερα από δύο χιλιάδες τετρακόσια δέκα επτά χρόνια μπροστά από τα λόγια του Σωκράτη.

Σε όσους δε ηχεί υποκειμενικά η λέξης ‘’πραγματικότητα’’ ας αρκεστούν στην φράση ‘’προσωπική αλήθεια’’. Είναι τρομακτικό να αντιλαμβάνεσαι πώς σε έναν κόσμο τόσο μακριά από τις μέρες του Σωκράτη επιχειρείται συντεταγμένα μέσα από ένα πολυδαίδαλο υπόγειο σύστημα, φαινομενικά και δημοσιογραφικά αντικρουόμενων φωνών, η εξάλειψη και η ποινικοποίηση του συνόλου των λέξεων που απαρτίζουν αυτό το απόφθεγμα.
Ήταν γραφτό μας να ζήσουμε τις μέρες της πιο τραγικής και ειρωνικής προμνησίας της ιστορίας. Συμπεραίνω λοιπόν πως σε πρώτο στάδιο καλούμαστε να διαγράψουμε τις λέξεις ‘’πατρίς’’ και ‘’θεός’’ και συμφέρει γιατί αυτομάτως οι λέξη ‘’πρόγονοι’’ μπορεί να ταυτιστεί με την λέξη ‘’λίπασμα’’ και τα μάρμαρα από τα μνήματα να γίνουν παγκάκια για τους τουρίστες μιας και το ‘’Άγιο’’ μπορούμε να το ταυτίσουμε με την ημών βούληση!

Σε δεύτερο στάδιο πρέπει οπωσδήποτε να ξεχάσουμε το τίμιο, το σεμνό, το άξιο. Πρέπει να σταματήσουμε να μιλούμε για ηθική μιας και θεμελιώνει άριστα τη Δημοκρατία η οποία με την σειρά της ενορχηστρώνει το δίκαιο. Έτσι θα φθάσουμε στην πλήρη εξάλειψη του ΑΓΡΑΦΟΥ νόμου και τότε κάποιοι θα μιλήσουν για την νέα εποχή. Θα μιλήσουν για αλυσίδες που σπάσανε και τον νου που θα εγερθεί μέσα από αυτές.

Είναι αλήθεια πως αν συμβεί αυτό ο ήχος των ημερών θα έχει το στοιχείο του κατακερματισμού αλλά δεν θα είναι αλυσίδων. Θα είναι ο ήχος του κατάγματος και των δύο βραχιόνων του Άτλα με ότι μεταφορικά συνεπάγεται αυτού. Επίσης όντως ο νους θα συνεχίσει να υπάρχει αλλά δεν θα είναι ανθρώπινος. Μήπως αυτό είναι το πλέον επιζητούμενο;
Σήμερα μαθαίνουμε πως το αναγνωρίζεις την συνέχεια των ανθρώπων και να αναλαμβάνεις το χρέος σου να υπάρξεις ως μιμητής συνεχιστής και θεματοφύλακας είναι ταυτόσημο του φασισμού. Σήμερα μαθαίνουμε πως η Ιστορία δίνατε να μετακομίσει ή να ενοικιασθεί, να μοιραστεί, να προσαρμοστεί.
Το τελειότερο όλων όμως είναι πως όταν το ‘’δαιμόνιο’’ των ανθρώπων αναβλύσει, όταν οι νεκροί γρατζουνάν τα μαξιλάρια μας και ανάβουμε τα καντήλια προτρέχει έντρομο το νέο είδος ανθρώπων να μας ενημερώσει για τα νέα εννοιολογικά λεξικά προειδοποιώντας μας πως η εμφάνιση σε οποιαδήποτε πλατεία ειπωθεί το παλιό ήθος μας καθιστά εκείνους που εισαγάγουν στο σήμερα ‘’καινά δαιμόνια’’. Είναι ιδιοφυές!

Έτσι λοιπόν ας ξέρουν όλοι ότι την επαύριον οποιασδήποτε πράξης αντίστασης στην κατάργηση της αλήθειας, ειδικά για όσους δεν φέρουν σφραγίδα κομματικής ονομασίας προέλευσης, θα βρεθούν για αυτούς βυρσοδεψείς και ποιητές ως κατήγοροι καθώς ύπουλα Λύκωντες θα περιοδεύσουν την χώρα για τον αφορεσμό τους.

Τέλος έρχεται η δόξα. Τόσες χιλιάδες χρόνια μετά όσοι θεωρούν τον Σωκράτη δάσκαλο τους ή μάλλον εν γένει όσοι γνωρίζουν τι σημαίνει δάσκαλος και νοιώθουν ευλογημένοι που μαθητεύουν και δεν αρκούνται στο να εκτρέφονται και να δαμάζονται αλλά να αναθρέφονται και να εκπαιδεύονται πρέπει να πιούν το κώνειο. Αν είσαι καλός μαθητής πρέπει να ξέρεις πως όπως τότε έτσι και τώρα η άρνηση στο δηλητήριο είναι η απόδοση δικαίου στο κατήγορο. Έτσι τουλάχιστον εγώ που δεν έχω άλλη εσωτερική επιλογή το μόνο που έχω να πω είναι

Στην υγειά τους!


Το κείμενο ανήκει στον Νίκο το γιo μου !
Μου το έστειλε ξημερώματα  και
ένιωσα την  ανάγκη  να  το μοιραστώ

Πέμπτη, Οκτωβρίου 27

Ρουβίκωνας




Θεοί ολύμπιοι των θέλω μου τ’ αγάλματα
σε πηγαδιού ευρήκα εντός μου τον πυθμένα
εξήντα  χρόνων που ξεφτίσαν τα ινδάλματα
τα καθώς πρέπει, τα φτηνά, τα εσκαμμένα

τώρα κοιτώ εκεί τα μάτια που δε σήκωνα
χάριν του όνειρου και μιας ημέρας άλλης
έστω κι αργά θα τον περάσω το Ρουβίκωνα
κουβαλητής των χρόνων μου χαμάλης

νιότη που χάθηκε στην όχθη όλο το χθες
είθε στ ανάθεμα να πάνε οι δασκάλοι
έμαθα μόνος να νικά αυτό που θες
εκείνο που ήθελαν για εσενανε οι άλλοι

τώρα ξωπίσω μου ηχούν σαλπιγγιτές
ακολουθούν με αετούς οι λεγεώνες
πάω μ αυτούς που χουν πεθάνει νικητές
κι εχουνε θάνατο μπροστά να το χαρούν,αιώνες!






Παρασκευή, Νοεμβρίου 13

ΚΑΛΛΙΜΑΣΤΟΣ





Μεστό όλο χυμούς , αειθαλές
το φυλλοβόλο εμέ παραμερίζεις
στο λινομέταξο αχνοφαίνονται θηλές
και έναν Αύγουστο ξωπίσω ανεμίζεις

χωρίς στηθόδεσμο εσείοντο, χωρίς
εσύ καλλίμαστος να κάμεις πως γνωρίζεις
στο ξυπνητό όνειρο μπλάβο αναχωρείς
και στη πεζή ημέρα με γυρίζεις

των θείων άγνωστες ως μένουν οι βουλές
του παραδείσου ωσάν μετάλαβα την τέρψη
ήταν δεν ήταν αμφιβάλλοντας να λες
ίδια με αυτούς που στο μυαλό έχουν σαλέψει


Πέμπτη, Μαΐου 28

το κοχύλι





Άδειο του γιαλού κοχύλι
που χεις τη βοή στα χείλη
και της θάλασσας  τ αλάτι
ποιά σε κουβαλούσε πλάτη

σα τα σπίτια τ αφημένα
τ άδεια τα ερημωμένα
μπαίνει αέρας και βουίζει
βγαίνει  και σου ψιθυρίζει

όσους κόπους και να κάμω 
γιόμισαν βοή και άμμο
των ανθρώπων μοιάζει η μοίρα
σα κοχύλι στην αλμύρα









η εικόνα είναι από www.xechoro.gr

Σάββατο, Απριλίου 25

Σίμων ο Κυρηναίος



Στης θείας κωμωδίας την μπαλάντα
βαθιά στο ομιχλώδες παρελθόν
με θέλω εκει που έπεσε ο παθών
κι ήθελε αγάντα.

Αρτιμελής ως να ήμουνα και νέος
εγώ απ τη γενιά του κανενός
ο Σίμων να γενώ ο Αφρικανός
ο Κυρηναίος.

Και έγινα!  γραφτό στο ριζικό μου
κομμάτι των θαυμάτων των μεγάλων
αιώνες κουβαλω σταυρό των άλλων
και τον δικό μου.
---


εξερχόμενοι δέ εύρον άνθρωπον  Κυρηναίον ονόματι Σίμωνα 
 τούτον ηγγάρευσαν ίνα άρη τον σταυρόν αυτού

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 16

Βαθειά Ιεριχώ

  

Άσε τους αργυρώνητους μπροστά και τους τελώνες
έλα μαζί παράμερα σε φώτα λιγοστά
σε βιβλικές κι αν ζήσαμε ημέρες Βαβυλώνες
θυμήσου η ανάσταση θα ρθεί μας το χρωστά

βάστα και το τρεμάμενο κερί καθώς τ’ αξίζει
χίλιες κι ας ήρθαν συμφορές με τις χαρές ανάρια
πάντα μια άκρη ουρανός τον πόνο θα κερδίζει
και οι πεθαμένοι θα κυλούν τις νύχτες τα λιθάρια

κι ας τους Ιούδες που έχουν βιός κρυφά να τους ορίζει
το χέρι π’ αλυσόδεσε τον κόσμο στο τροχό
καθώς το καταπέτασμα στα δυό θα τους γκρεμίζει
εκείνη που έχουν μέσα τους βαθειά Ιεριχώ

Πέμπτη, Οκτωβρίου 23

Στον τόπο του εγκλήματος


Σαν το κομπάρσο στης ζωή σου την ταινία
μήτε χαλάλι να χρωστάς μήτε χατίρι
σε συναντώ κάποιες φορές στα καφενεία
κι έχεις στα δάχτυλα τσιγάρο και ποτήρι

κι όταν ρουκέτες τα τσιγάρα σου θα κάψεις
ναυάγιο δίχως τις σκηνές του πανικού
σα να χες κάτι που πουλάς , κάτι να γράψεις ,
φονιάς γυρνάς στο μαγαζί του φονικού

τάχα αδιάφορα πελάτης π' αγοράζεις 
κουμάντο κάμεις με το νου ξένα χωράφια
σα να μη χάθηκαν ποτέ τα λογαριάζεις
εδώ ψυγείο του παγωτού εκεί τα ράφια

κι όταν τρομάζεις απ την όψη του θηρίου
σ'αρπάζει η πόλη και στους δρόμους σε γυρνά
σαν επιβάτη αστικού λεωφορείου
που κάμει τέρμα στην οδό του πουθενά


                                       Στον Γιάννη που έχασε
                                                    το μαγαζί του 







Τρίτη, Ιουλίου 22

η μεγαλοκοπέλα



Τέσσερις δρόμοι είναι η πόλη σου μεγάλη
τα πρωινά  προαυλισμός της φυλακής
στον ίδιο φούρνο στον απέναντι μπακάλη
όλα τετράγωνα σαv πλαίσιο λογικής

μαλλί καμένο από χίλια πιστολάκια
κάθε ρυτίδα σου το δρόμο της τραβά
στήνεις καυγά με ένα τελάρο φασολάκια
που το τομάρι τους πουλάνε ακριβά

παλιό κατάλοιπο αυστηρής πατριαρχίας
του καθώς πρέπει απαρνείσαι την αιδώ
κι έχεις το βλέμμα κοριτσιών της επαρχίας
και την απόγνωση του πάρε με από εδώ

Τρίτη, Ιουνίου 3

τα κάγκελα



Δεν τις λησμόνησα  ποτέ μου και καμιά
μες των πολλών των εραστών την ερημιά
που γερασμένες θα ναι πια αδελφοφάδες
μ’ αρσενοκοίτες συντροφιά και με τριβάδες

η κάθε βίζιτα μια κάθετη γραμμή
μια οριζόντια μετά στη πληρωμή
τη Βάσω την Αλίκη και την Άγγελλα
κι ενα τετράδιο θυμάμαι όλο κάγκελα

κάτω απ της Λένορμαν αργά τους φανοστάτες
έφτιαχνε ο έρωτας μικρούς επαναστάτες
και μνήμες γόνιμες της έπειτα εποχής
για κατανόηση βαθειά της ανοχής

έτσι καθώς ήρθε η ζωή με ειρωνεία
στης αγοράς να με εκδώσει τα πορνεία
σα την τσατσά στο τραπεζάκι πλάι στο ράδιο
να χω με κάγκελα δικόμου ένα τετράδιο
  

Σάββατο, Μαΐου 17

εφιάλτες


Κουβέντα σα να πιάνεις με τα κύματα
καράβια περιμένεις βραδινά
αιώνας το σκοτάδι δεν περνά
ο ύπνος κι οι ανάσες με διαλείμματα

ορθάνοικτη ζωή και συλημένη
λόγια ακατάληπτα ονείρου φωναχτά
πιστεύεις και τα κάνεις φυλαχτά
τη νύχτα ότι σου λεν οι πεθαμένοι

χαράζει με το σώμα να σπαρά
ζωή απ τη ζωή μέσα των άλλων
των ουρανών ανήκεις των μεγάλων
και σπας στα κάγκελα τις νύχτες τα φτερά



Δευτέρα, Μαρτίου 31

στη μούσα



Νιώθω πως ξόφλησα πως έχω πια σχολάσει
έξω απ τα μπαρ όπου συνήθως ενδημούσα
γιατί εκει με εύρισκε η μούσα
δεν πάω πια κι εκείνη μ έχει χάσει

και μένω άπραγος μη τύχει και γελάσει
μη γράφω στίχους με κορδέλες και με λούσα
λείπει η αλήθεια μου τραχιά και Οφιούσα
να σηκωθεί μες τη καρδία να με δαγκάσει

και λέω τάχα πως θα πάω να με κολάσει
καλοβαλμένη κραταιά και ναυκρατούσα
σε μια θάλασσα ποτά δίπλα η μούσα
κι εγώ ν αρχίζω τσακωμό ποιος θα κεράσει

κι ύστερα λέω το πρωί να με ξεβράσει
μπρος σε καθρέφτη που σαν ξένο με κοιτούσα
κι έτσι καθώς απ το πιοτό παραπατούσα
να πέσω πάνω και ο άγνωστος να σπάσει



Πέμπτη, Ιανουαρίου 16

το τάλιρο



Σου δίνω χάνδρες και μετά το καθρεφτάκι
να ιδώ την έκπληξη στα άπληστα τα μάτια σου
παράσταση του Σινεακ καπέλο απ το ναυτάκι
τα νιτερέσα της δουλειάς και τα κομμάτια σου

κάποτε μου πες πως σε πλάκωσε ένα τάλιρο
κι όταν τ' απόκτησες θυμάμαι τις φωνές σου
σε έξω ράδα Πειραιά και νέο Φάληρο
ν αγοραστούν κόστιζαν τόσο οι δαίμονες σου

μα τους δικούς μου εγώ τους άφησα απλήρωτους
τους κουβαλώ σα τους αιώνιους πιστωτές
χρόνια που χάθηκε η γυαλάδα των ονείρων τους
έλεγα πάντα και μου γύριζε ποτές

τώρα που πάλιωσε ο κόσμος και ξεφτίσαμε
με πόσα τάλιρα αλήθεια σ αγοράζω
σ ότι πιστέψαμε και σ ότι αγαπήσαμε
τις μνήμες κόλλυβα έχω μάθει να μοιράζω

σου δίνω χάντρες και μετά το καθρεφτάκι
να δω την έκπληξη στα γέρικα τα μάτια σου
ακτή Ξαβέριου παγόδα παλατάκι
στον ελεγκτή να τελωνίζω τα κομμάτια σου


Τετάρτη, Νοεμβρίου 27

σας μιλούν τα Τίρανα

Στα τηλεπαράθυρα και τις αντεγκλήσεις
μη ξεχνάς το φάρμακο και περαστικά
σας μιλούν τα Τίρανα και σας λεν ειδήσεις
και τα δρομολόγια τ’ ακτοπλοϊκά

πάραυτα απέπλευσε το Άννα - Μαρία
πίσω του σφυρίζοντας το Ωκεανίς
ο φτωχός ο τόπος μας έχει ιστορία
οσα μας εδίδαξε δεν ακούει κανείς

μια πατρίδα υποταγής και συναυτουργίας
στέλνει χαιρετίσματα αγωνιστικά
στην ουρά επίδομα παίρνει ανεργίας
από τα παράθυρα τα ναρκωτικά

κάποτε τραγούδησε τώρα πια δεν θέλει
λευτεριάς πως γίνονται λίπασμα οι νεκροί
το συρε στην άσφαλτο κι έγινε κουρέλι
νόημα σαν στρίφωμα που πεσε μακρύ

στα τηλεπαράθυρα και τις αντεγκλήσεις
σώπασε και άκουσε γατί εσύ δεν ξέρεις
σας μιλούν τα Τίρανα και σας λεν ειδήσεις
σας μιλούν τα Τίρανα και ο Πρετεντέρης



Τρίτη, Οκτωβρίου 29

zoloft



Με φάρμακα ψυχότροπα και άμμο απ τη Σαχάρα
βουλιάζω στον περίγυρο τον επαρχιακό
κανένα πρωτοσέλιδο δεν έχει φονικό
κανένας απ τους φίλους μου δεν έχει για τσιγάρα

στο δρόμο με τους φοίνικες σε φώτα από γκάζι
χαζεύω μικροπράγματα ασήμαντα ευτελή
έχω στο στόμα το στεγνό σφουγγάρι με χολή
και κουβαλω μιας άνοιξης την προσμονή μαράζι

καρέκλες στα τετράγωνα ασπρόμαυρα πλακάκια
θαμώνες αερολογούν στην άτυπη σκακιέρα
κι ιδία μ αυτά που θα φωτούν το μνήμα τους μια μέρα
ανάβουν στα τραπέζια τους τις νύχτες φαναράκια

εκει τους χρόνους που μετρούν κι αριθμό ενσήμων
ρήγα που έχουν χάρτινο και χάρτινα σπαθιά
τη νιότη μου που έμοιαζε γεράματα βαθειά
είδα περνώντας να κερνά καφέδες μνημοσύνων

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 10

η πανοπλία


Κορώνα και σπαθί κόκκινος ρήγας
δρεπάνι και τσαπί μαύρος κολίγας
χαμάλης και επίκουρος αθλίων
σε έριδα φθηνή χαρτοπαιγνίων

εφεύρα ένα ψέμα σιδερένιο
και έντυσα το σώμα τ’ αχυρένιο
και σαν τις πανοπλίες στα μουσεία
φαντάζω θαρραλέα ανοησία
σφυρήλατα απ έξω μου τα στήθια
στα αίματα πιο μέσα η αλήθεια

ω πόσο σε κουράζει να εξηγείς
το κόκκινο της  μέσα σου πληγής


Τρίτη, Ιουνίου 25

οι χρεοκοπημένοι



Φτωχά κι ασήμαντα ανθρωπάκια αναλώσιμα
ίδια μ' αυτά π’ αυτοκτονούνε στις ειδήσεις
όλη η ζωή τους σε μια τσάντα με γεννόσημα
και τον αγώνα ως τα εδώ να τ’ αποκτήσεις

φωτογραφίες του στρατού λύπες, χαρμόσυνα
οι αναμνήσεις που γυρνούν και τους ρημάζουν
τα ονόματα τους συναντούν στα κηδειόσημα
μα εκείνοι στέκουν στη κολώνα και διαβάζουν

ζωή και θάνατος σα να γιναν ταυτόσημα
μες των χαμένων πριν κρυφτούν τη κουστωδία
στα γράμματα τους δεν κολλάνε γραμματόσημα
και φεύγουν πάνε στη δική τους την κηδεία



Δευτέρα, Ιουνίου 3

αύριο θα φορέσω ένα καπέλο


Αύριο θα φορέσω ένα καπέλο
πλατύ καθώς να μου ταιριάζει
η μαύρη του κορδέλα και η θλίψη
και φιλικά παράτολμος θα συγχρωτίζομαι
μ' ανθρώπινo κοπάδι που χειμάζει
σ' ενός το τέλος ταξιδιού που μου χε λείψει

κάτω απ του ήλιου του λουσμένος τα μυστήρια
ο μετανάστης που σε πρόχειρη ενκατάλυση
του νέου κόσμου θα εντρυφεί την ατοπία
οι γλώσσες όλες σα να λύθηκαν σε μιά
της συμφοράς καθώς την εναγκάλιση
τοίχοι χιλιόμετρα την κάνουν στα τοπία

αύριο θα φορέσω ένα καπέλο
όχι πως νοιάστηκα τους ήλιους.Ικέτης
πάντα θλιμμένων ουρανών υπήρξα στα όνειρα μου
και λογοκόπος σε ομήγυρη κωφών
που σπαθωτά νερόκρινα σα νεφεληγερέτης
έταζε στην απέραντη την έρημο της άμμου


Παρασκευή, Μαΐου 3

η συχώρεση του Ιούδα



Θα ρθει μια μέρα να σε βρω σ' αυλή της οικούμενης
στις παρυφές του Γολγοθά και τη Γεσθημανή
κι εκει στη μέση του καφέ εσύ να επιμένεις
πως έχει γιάνει το καρφί και πια δε σε πονεί

θα χει η κουβέντα συννεφιά κ΄ ήχο παραπονιάρη
εσύ με φίλο το φονιά και δίπλα τον ληστή
να χει φορέσει μου η ψυχή κουρέλια διακονιάρη
ποτές ως να  μη χάθηκα, μην έχω κρεμαστεί

κι έτσι καθώς αναίτια μ' αφήκα να γεράσω
κι ήταν σα να με δέχτηκες σε ουρανού χωριό
μήτε για τη συχώρεση δεν έχω να κεράσω
τα ξόδεψα σε μιας ζωής το κεραμιδαριό


Τρίτη, Μαρτίου 19

το καρφί



Η εποχή του γανωτή και του σαράφη
σε μια τετράγωνη κορνίζα πλάι στο ράφι
ο ιδρυτής και ο γεννήτορας οβάλ
σε κάποια άλλη, πλάι σε σκεύη από τεφάλ

το και υιός μια ισόβια  φυλακή σου
στο πόσο κάνει ενός πολέμου θωρακίσου
τα βερεσέ μιας ζωής και τα κατάστιχα
το μολυβάκι το κοντό κι η γομολάστιχα

ορθό  καρφί όπου τρυπάς τις αποδείξεις
θα έρθει μέρα τη παλάμη που θα μπήξεις
γέρος χριστός που τον σταυρώσαν από λάθος
θα βλαστημάς μα θα το ξέρης κατά βάθος

τα γράμματα σας κουβαλώ εγώ τα άλικα
ο πωλητής στης επαρχίας τα μπακάλικα
αχ  μαγαζιά της παρακμής παλιομοδίτικα
έκανα ρούχο μου το πόνο σας και ντύθηκα






Τετάρτη, Φεβρουαρίου 27

μη με τρομάξουν





Με ξέχειλο ποτήρι και μ’ ευχές
στης σόμπας τη γωνιά τη πυρωμένη
χειμώνα π’ αρχινάνε οι βροχές
στο τοίχο αδειανή τους η κορνίζα
από τα κάδρα  ξεκολλούν οι πεθαμένοι
παλιομοδίτες μες τα ρούχα τους τα γκρίζα

σε γνώριμες εκει τις αγκαλιές
η νύχτα που’ χει κι ο βροχάρης αναστήσει
μιά παρηγόρια σα ρακόμελου γουλιές
και ευλογιά για το θνητό που ζει το θάμα
κάνει το δάκρυ της χαράς να μοιάζει λύση
ξόρκι του πόνου και του θάνατου αντάμα

μουσαφιραίους έχω απόψε γλεντοκόπους
η λογική ίδια κι ο νους μου να  λαθαίνει
για άλλους μάθαινα καιρούς και άλλους τόπους
μα ως  υψώνουν το ποτήρι να μου τάξουν
θα πρέπει λέω να μιλούν σ όποιον  πεθαίνει
και δε το λεν ευγενικοί μη με τρομάξουν