O Gottfried Benn υποστήριζε ότι στη λυρική ποίηση το μέτριο
είναι ανεπίτρεπτο και ανυπόφορο
Όταν με διαβάζω τον δικαιώνω

Παρασκευή, Ιουλίου 20

το ματ του έρωτα


Μιαν άνοιξη θέλω να κόψης
τα  μαλλιά σου
σα πένθους λύπη το ήθελε
κι οδύνη
σα μια παρτίδα που ’χασες
το βασιλιά σου

να στέκουν πύργοι ανώφελα
που εάλω
σύνορα κόσμου άδειου
να ορίζουν
σα κούρσο να ’βρε ο έρωτας
μεγάλο

να σέρνουν τ’ άλογα τα γκέμια
στη σκακιέρα
να ’ναι μονάχα οι δυο τρελοί
παρηγοριά σου
μιαν άνοιξη αχ να το ειδώ
μια μέρα

κι άπονη εσύ κομμένα τα
μαλλιά σου
να σεργιανάς τ’ ασπρόμαυρα
πλακάκια ερωτευμένη
κι όλο να λες ο βασιλιάς , που είναι
ο βασιλιάς σου



Τρίτη, Ιουνίου 19

η μοναξιά των καφενείων


Κάθε που τρώει μου η λάμια
κι ειν ο καφές υποφερτός
ξένος του τόπου και φερτός
τραπέζι βρίσκω πλάι στα τζάμια

όνειρο ψάχνω να ταιριάζει
το παραμύθι να κρυφτώ
και μέσα τους να ονειρευτώ
σαν ήρωας που τα νοικιάζει

κι όταν εχθρός άλλος δε μένει
γυρνώ σα να λειπα απ εκεί
σε μια που φεύγει Κυριακή
σε έναν καφέ που περιμένει

μετά το ντέρμπι των αιωνίων
στο κομπολόι στη ζαχαρίνη
σε βλέφαρα που έχουν βαρύνει
στη μοναξιά των καφενείων  

Δευτέρα, Ιουνίου 4

τα μαγαζιά των φίλων μου



Από τα μαγαζιά περνώ των φίλων μου
βλέπω την ώχρα στις μετόπες την φθορά
τα κεφαλαία ονοματά τους ν` αργοσβήνουν
μήτε μια στάλα χρώμα μια εγκατάλειψη

ίσως να ξέφτισε η ανάγκη κι από εκείνους
με σε πατάρια χρόνια πνιγηρά
σαν μαθητούδια που αρνούνται όλο πείσμα
την επανάληψη

από τα μαγαζιά περνώ των φίλων μου
των ποντικών που κρύβουνε ακούω βήματα
ακούω φάκα να χτυπά σαν κάποιον παγιδεύει
βλέπω τη λάμπα να φωτά και ως αργά να μένουν

τα πεθαμένα τους παλιά αφεντικά
στέκουν απ'εξω και τους γνέφουν με νοήματα
ψάχνουν δεν βρίσκουν τ`ονομα τους πουθενά
καρτερικά και αλύτρωτα στη πόρτα περιμένουν



Πέμπτη, Μαΐου 17

καρουζέλ


Πότε ξεκίνησαν οι γύρες πότε βγήκες
του εξήντα τρία καρουζέλ σε μια πλατεία
τόση χαρά σε μιας δραχμής την επαιτεία
απ΄ της μαμάς το πορτοφόλι με τις πίκες

έτυχε να 'ναι παρακεί ο φωτογράφος
για να παγώσει μια στροφή από τις  τόσες
κοροϊδεύουν παιδικά βγαλμένες γλώσσες
την παρακμή πριν έλθει, γήρας και ο τάφος

εκει για χρόνια μ΄ ένα φράγκο με γυρνά
το καρουζέλ και η τέχνη ενός θαλάμου
που σκοτεινός έκαμε να βρω τον μπελά μου
πως τόσες γύρες και δεν πήγες πουθενά !





Παρασκευή, Μαΐου 4

Αϊ Γιώργης




Έχω κάτι φίλους γέρους και μπατίρια
έχω κάτι φίλους μ άσπρα τα μαλλιά
που στο γλέντι πάνω σπάνε τα ποτήρια
σπάνε τα ποτήρια και μασούν γυαλιά

έχω ένα πόνο ψεύτη που εφευρίσκω
έχω ένα πόνο δράκο και τρυπώ
που στο γλέντι πάνω παίρνω όλο το ρίσκο
παίρνω όλο το ρίσκο και τον αγαπώ

έχω κι ένα θαύμα ψέματα που τάζει
έχω ένα θαύμα με τον οπαδό του
που στο γλέντι πάνω τ αϊ Γιώργη μοιάζει
τα αϊ Γιώργη μοιάζει στο ανάποδο του

στου χορού τη μέση και τα κορδελάκια
στου χορού τη μέση ο θεός στα χείλη
ένας αϊ Γιώργης μες τα παλαμάκια
ένας αϊ Γιώργης με το δράκο φίλοι



Κυριακή, Απριλίου 22

στο μουσείο


Λύχνος κοινός εις την προθήκη τ’ όνομα μου
μετρώ αιώνες σιωπής και γενεθλίων
μιας βυθοκόρου που μ’ ανέκτησε της άμμου
εύρημα τάχα ανασκαφών των εναλίων

εκει εγώ μες των ευχών να τα χιλιάσεις
να αναδεύω κάθε νύχτα φλόγα αμφίβια
σβηστός αιώνες στην αλμυρά της θαλάσσης
φέγγω και πάλι για μια στήλη επιτύμβια

και σιωπηλά πίσω από λάμπες του καθρέφτη
βρίσκω σα πρώτα πριν τα χρόνια τ’ αλμυρά μου
τη λησμονιά δεύτερο χάρο που ενυμφεύθη
πάνω στη στήλη ν' αναγράφεται η κυρά μου


Κυριακή, Απριλίου 8

Περιμένοντας την ανάσταση





Φέγγουν τα λαδοκάντηλα στους τάφους προσκεφάλι
σαν το μεγαλοβδόμαδο κοντεύει τα στερνά του
κι εκεί στον επιτάφιο Παρασκευή μεγάλη
πιάνουν πεζούλι οι νεκροί και λεν τα του θανάτου

πως τα μεγάλα Σάββατα κι ανάστασης γιορτάδες
πάνε νωρίς στην εκκλησιά και λαμπροφορεμένοι
σαν απολύει ο παπάς και φύγουν οι ψαλτάδες
μένουν ξωπίσω αλύτρωτοι κι ακόμη πεθαμένοι


Κυριακή, Απριλίου 1

τα ροδοπέταλα





Μαδούν τα ροδοπέταλα
κι αλύτρωτα έχουν πέσει
στου τραπεζιού τη μέση
κραυγή στο πουθενά

να συμβολίζουν άδολα
κι αθώα στη θανή τους
φριχτή παντοτινή τους
μια μοίρα που πονά

καθ’ ένα τους η νιότη μας,
με μόνο της ψεγάδι
απ το κλωνί στον Άδη
κοντά δυο πιθαμές

εμέτραγε τη  ζήση τους
τη μυρωδιά το χρώμα
πριν να τα κάμει χώμα
του χρόνου το εκκρεμές

τα ροδοπέταλα



Κυριακή, Μαρτίου 11

τα ψεύτικα κεράσια των καπέλων

                                                    ο πίνακας είναι  έργο της Ιωάννας  Ασσάνι 
                                                                                   το  κόκκινο καπέλο 
                                                     

Τριάντα  χρόνοι αλυχτούν σα τα σκυλιά
στα είκοσι σε γνώρισα πενήντα μετρημένοι
σου έχω μια κιλότα φυλαμένη  
κι ένα μολύβι σου φουρκέτα στα μαλλιά

και μες του Σαπρακόμιτου τα φύλλα συμπληγάδες
της γλάστρας σου κλεισμένο  ένα κλωνί
είχε ο τελάλης του ερώτα φωνή
μα εσύ τον ελογάριαζες με τους πραματευτάδες

τώρα λουλάκι κι αν μας άσπρισαν τα χρόνια
σα  τα σεντόνια σου που πλάγιαζαν πολλοί
πλάκες τετράγωνες διάδρομος κι αυλή
και το ψαθί σου ξέπλεκο να με τρυπά βελόνια

κι απέμεινε του πάθους τ’ ακριβού
τα ψεύτικα κεράσια των καπέλων
η μυρωδιά απ τα δωμάτια των μπουρδέλων
κι ένα τετράδιο σβησμένα ραντεβού







Σάββατο, Μαρτίου 3

η πάραλος





Από τη μέση σου τάζουνε και κάτω
του σώματος τα μέλη τους λαγόνες
προτάσσουνε τα στήθη σε αγώνες
φλεγόμενη της ήβης τους την βάτο
                    
στις άκρες των ματιών αντιπαλεύει
σε άφρη και σε δίνη των κυμάτων
η Πάραλος το πλοίο των μηνυμάτων
τους Μήδους συμφορά να ορμηνεύει
                
κι αλίμονο τους γύρω αντρειωμένους
ναυμάχους που ενδώσανε στον πόθο
η μαντεψιά της γνώσης μου το νόθο
να λογαριάζει μέσα στους πνιγμένους



Πέμπτη, Μαρτίου 1

ξαφνισμένοι



Καμιά φορά μες τις ομίχλες των καφενείων
πάνω στις λιγδιασμένες γραβάτες πλέκουν
τα χέρια κι αποκοιμώνται
όταν ανοίγουν τα μάτια μοιάζουν ξαφνισμένοι
μαθημένοι πάντα να ξυπνούν πλάι σε κομοδίνο
με φάρμακα
εγώ να πληρώνω ακουμπώντας αθόρυβα
τα κέρματα στο τραπέζι
και ο καφετζής να επιμένει πως φταίει
το ζάχαρο 

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 20

τα αεροπλανάκια





Σου άφησα τα αεροπλανάκια μου
την τηλεόραση που έβλεπα τον άγιο
επήρα στη μασχάλη τα φαρμάκια μου
το σίγουρο δικό μου και το πάγιο  

την κάμαρη που παίζαμε παράσταση
γκιουζέλ χανούμ βαμμένη με παστέλ
πως κάποτε υπήρχε επανάσταση
σου άφησα στο τοίχο τον Φιντέλ

και βγήκα στου φονιά το μετερίζι
ξυπόλιας με αγκάθι ένα μπόϊ
τις νύχτες να ακούς που πιστολίζει
σου άφησα και τον μικρό καμπόϊ

τα λόγια σε βουβή λειψανοθήκη
στο ράφι που κοιμούνται οι ποιητές
το όνειρο σου άφησα υποθήκη
και δε μου το επέστρεψες ποτές

δεν είναι πια παιδιά τα γειτονάκια μου
και ξένος απ το σπίτι μου περνώ
βουίζουνε τα αεροπλανάκια μου
μα δε πετάξανε ποτές στον ουρανό

Τα αεροπλανάκια μου


Παρασκευή, Φεβρουαρίου 10

το παράπονο του Οδυσσέα



Σα κόσμου που γκρεμίζετε κομμάτι
κι ας γλύτωσαν της σκύλας την οργή
των Τρώων χρεωθήκαν την πληγή
και το να του πολύφημου το μάτι

Mα πιότερο τα ασκί που χαν φυλάξει
με τους αγέρες τάχα τ’ ουρανού
το λύσαν και τ ΄αχ του κεθ ενού
αντάρα ο στεναγμός θα τους βουλιάξει

Kι ως έφτασε ως τα εδώ η Κυμοθόη
και άπονα τους κοίταξε η πλωτώ
τα απόψε σε μια θάλασσα πιοτό
χαθήκαν οι συντρόφοι μου οι αθώοι

Aπ των αιώνων τώρα τους χρωστήρες
χρώμα και σχήμα άλλαξαν οι τόποι
πλαγιάζει με πολλούς η Πηνελόπη
κι εμένα με σκοτώσαν οι μνηστήρες

το παράπονο του Οδυσσέα 

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 6

τα στρατιωτάκια




Στα κρόσσια του εξήντα μπερδεμένος
γραμμή τα στρατιωτάκια έχω στήσει
χαλί μια δρασκελιά  όλη η κτήση
χίλιες φορές ο αρχηγός αναστημένος

μεσήλικας  και αποτυχημένος
κουβέντα που αρνείται να ειπωθεί
καθώς και γι άλλη μια ν' αναστηθεί
ο αρχηγός ο πλαστικός ο σκοτωμένος

αιχμάλωτος και απαξιωμένος
ζωή πραγματικά δε μου ανήκες
μικρές  μου ιστορούσες πάντα νίκες
και πίσω ένας  πόλεμος χαμένος

τα στρατιωτάκια 

Δευτέρα, Ιανουαρίου 30

το τελευταίο φεγγάρι





Γλιστρούσε  πάνω στο στιλπνό της μελαμίνας
ενα  φεγγάρι αναίδεια  χαστούκι ηχηρό
τώρα που αλλιώτικα μετράω τον καιρό
τελειώνουν τα κουτιά τελειώνει ο μήνας

στρόγγυλες μέρες χάπια στο κουτί
σκιάχθηκες το ασήμι σου το ξοδεμένο  τσάμπα
σε νοιάζομαι αλλοίμονο σαν αστυνόμου λάμπα
εσέ κι εκείνον  πίσω σου που χεις ανακριτή

οργή τα νυχτοπούλια σου σε χαρακώνουν σμάρι
μικρός στεφανοβάρελο που κύλαγα εσύ
ολάκερο το φταίξιμο η τύψη μου μισή
φεγγάρι ασημοπίστολο σ αυτόχειρα συρτάρι

το τελευταίο φεγγάρι 

Δευτέρα, Ιανουαρίου 16

η φάτνη





                                                                         


Μετά τα φώτα και τη φάτνη πριν χαλάσουν
νύχτα με τ άστρο που την όριζε σβηστό
τον πλαστικό κάμαν στην άκρη το  χριστό
κάτι παρίες μελαψοί να απαγκιάσουν

Την άλλη ο τύπος που αυτά τα κυνηγούσε
πιασαν να λέει , πρωτοσέλιδα γραμμένο
τον Ιωσήφ χωρίς χαρτιά κυνηγημένο
κι έναν που έκλεγε χριστό γιατί ενοχλούσε

η φάτνη




 Παλιομοδίτης  που του έλαχε ν αλλάξει
και βολεμένος το δοκούν γιατί είχε γνώση
σαν ανεξίτηλο μελανί έχει στεγνώσει
σφραγίδα ανάποδη πιστεύω του και πράξη

ίδια το σκύλο που δαγκώνει την ουρά του
μια σβούρα μάλλινη ντυμένη με παλτό
μη προβοκάτορα με πάρει και βαλτό
άφηνα τούτο το κουβάρι στη χαρά του

στα αναπάντητα γιατί που σιωπούσα
έβρισκα δίχως του τη λύτρωση της λύσης
σα καραμέλα που της άξιζε να φτύσεις
μα την αγόρασες χρυσόδετη με λούσα

τα έδωσα όλα και σιωπώ με συγκατάβαση
στο καπιτάλες τοκογλύφοι και τις βδέλλες
στο ριζοσπάστη καθώς τύλιγε σαρδέλες
και λεωφόρο μου ιστορεί σα Κύρου ανάβαση .

Σα Κύρου ανάβαση



Κυριακή, Δεκεμβρίου 18

ο ποδηλάτης


Ένας ποδηλάτης με μεγάλα αυτιά
χώματα γεμάτος ρούχα του σκαφτιά
ένας εργατάκος σα κλαδί λιανός
ήλιος πανδαμάτωρ καλοκαιρινός

πάει για το νταμάρι ορθοπεταλιά
δίπλα του το κύμα και ακρογιαλιά
άρμενα στο βάθος ξάρτια και σχοινιά
η μπουρζουαζία άνοιγε πανιά

Ο ποδηλάτης



Ινδοί με σαγιονάρες τον Δεκέμβρη
λεωφορεία που δεν πάνε πουθενά
φωτάνε οι βιτρίνες γιορτινά
ψεύτικο χιόνι από ζάχαρη κι αλεύρι.

Πως με πονά ετούτη η γειτονιά
σα να έπρεπε στη μνήμη μου σφουγγάρι
στα νιάτα μου επήγαν στο φεγγάρι
όμως εγώ δεν πήγα πουθενά

Σα να έπεσα από τ’ όνειρου το πλοίο
με σέρνει στα στενά της ναυαγό
στο ένα πεζοδρόμιο εγώ
στο άλλο να γυρίζω απ το σχολείο

Και μάγισσα κακή με καλοπιάνει
με ξόρκια και μαντζούνια με γυρνά
με πάει στις βιτρίνες με κερνά
μου λέει  κι εκ των υστέρων το φλιτζάνι

Η γειτονιά μου










Σάββατο, Δεκεμβρίου 17

σαπούνι στα μάτια

                                                                             
Είχα ένα όνειρο καράβι
με άλμπουρο και τσιμινιέρα
τότες θυμάμαι στην μπανιέρα
είδα τα φώτα του ν ανάβει

τρανό καράβι που χε κύρη
ένα μικρούλη κακομοίρη

και για του πέλαγου τα πλάτια
έλεγα πότες θα κινήσει 
μα είχε η μάνα σαπουνίσει
στόμα λαιμό αυτιά και μάτια

και ξέβγαζε μου το ρουθούνι
για να μη σκάσω απ το σαπούνι

κι ήρθανε χρόνοι στην αράδα
να τρέχει πάνω μου η βρύση
δεν λέει εκείνο να κινήσει
μήτε να φύγει η σαπουνάδα

κι όσο το μάτι μου ν ανοίξει
τόσα νερά το είχαν πνίξει

είχα ένα όνειρο καράβι
όνειρο κρύσταλλο γυαλί
του καπετάνιου τη στολή
ακόμη ο ράφτης μου τη ράβει

κι όταν τελειώσει κάποια μέρα
δεν θα χει βούλωμα η μπανιέρα 





Μισό κονιάκ που πήγε κάτω σα φαρμάκι
κι άλλο μισό για τη καρδιά να στηλωθή
είχαν τα εμπόρια του φίλου μου χαθεί
στης πίσω αυλής το μαγαζί, στο καμαράκι

σκυμμένοι ώμοι , ο καθένας το σταυρό του
εγώ με μνήμες παιδικές, παλιά βαρίδια
να το δωμάτιο της γριάς στη Κλεομβρότου
και του πατέρα η μυρωδιά η ίδια

σκόρπια χαρτιά κι ο τελικός λογαριασμός
συνήθεια χρόνων που θ αλλάξει ,ποιος τ αντέχει;
και του σταυρού ο τελευταίος πειρασμός
{ έχει για όλους ο θεός, για μας δεν έχει }

ψίχουλα μνήμης γύρω και παντού
θα χαμε όνειρα αν ήμασταν πιο νέοι
γέρικα μάτια της καρδιάς το πασπαρτού
{ Γιάννη δεν γίναμε ποτές καπεταναίοι }

Κι εκεί στο μαγαζί το αδειανό
στους τοίχους π αντηχούσε η μιλιά μου
άλλο ένα ψίχουλο φορτώθηκα βουνό
και μέρμηγκας το πάω για τη φωλιά μου

το ψίχουλο



  

Τρίτη, Δεκεμβρίου 6

σαν τα βαπόρια

 

                                                                                                                     Α οι παλιοί μου χρόνοι και η σκουριά τους    
τ όνειρο ανεμογκάστρι κυοφορούν
πλέκουν ψαθί καπέλο  παρηγοριά τους
άγριο το χορτάρι και το φορούν

έχουν πικρό συχώριο για τον φονιά τους
πότε και ποιος διαβήκε το λησμονούν
σα τα παλιά πορτόνια στην ερημιά τους
κάθε π ανοίγεις τρίζουν σα να πονούν

κι ως σπίτια που γκρεμίσαν στα καταπόρια
τοίχοι και καμινάδες να το μπορούν
τώρα με τον αέρα σα τα βαπόρια
πένθιμα να σφυρίζουν π΄ αναχωρούν

σαν τα βαπόρια


Στ΄ αγκάθια οι κήποι
πνίγουν τις βραγιές
μ΄ενα φεγγάρι να ξεφτά
την ασημομπογιά του

τόν μαύρο της μετρά βυθό
η νύχτα με οργές
ερμος διαβάτης τ΄ονειρο
επέρασε και γειά του

τώρα η πράσινη σκουριά
με τρώει των χαλκωμάτων.
τις μέρες μου αγριόμαλλο
στο μαύρο σου στημόνι

τυλάς ζωή . Τ΄αχνάρι σου
πειστήριο εγκλημάτων
σαν δαχτυλιές σε έπιπλα
που΄χε καθίσει σκόνη. 

το πειστήριο


Πέμπτη, Δεκεμβρίου 1

Ο Μέγας Αλέξανδρος και το καταραμένο φίδι

  

Φιγούρες απ τον κόσμο του Σπαθάρη
φτωχή παράγκα το σεράϊ αντικρύ
του καραγκιόζη το να χέρι το μακρύ
ζωή πανσέληνος , ένα φεγγάρι

να του βεζίρη το σπαθί σαν το δικό μας
με το θηκάρι του ξωπίσω σαν ουρά
ήταν τότες που μοιράζαν τη χαρά
και λες ξοδεύτηκε με μιας το μερτικό μας

καταραμένο πάντα πέθαινε το φίδι
ο μέγα Αλέξανδρος νικούσε στο πανί
και που σε σφάζει ,τα μικρά ,που σε πονεί
ζωή φτιαγμένη από νίκες και παιχνίδι

η μνήμη εκείνη μοιάζει τώρα να λαθαίνει
που έχει η νιότη μες το χρόνο μαραθεί
το σκοτωμένο φίδι να χει αναστηθεί
κι ο μέγα Αλέξανδρος στο τέλος να πεθαίνει


Ο Μέγας Αλέξανδρος και το καταραμένο φίδι


-------------------------------------------------

Σαν ιστορία που θα πρέπει να τολμήσω
μια κατάρα  ή τα μάγια μου να λύσω
μ ένα φιλί ή μ ένα δράκο σκοτωμένο
τον καημένο

κι ως δεν υπάρχει παραμύθι να θυμάμαι
και φυλαχτό να με φυλά όταν κοιμάμαι
είπα να λύσω με καράβι για ταξίδι
μισό καρύδι

με των πολλών στη προκυμαία τα μαντήλια
και των παπάδων τις ευχές και τα καντήλια
μ είδα κρυψώνα τους ορίζοντες μου ναχω
θαλασσομάχο

κι ως να μη έχουν από με ένα σημάδι
του κάτω κόσμου με νομίζουν και του Άδη
να λειτουργιές και να στεφάνια στο νερό
στον τολμηρό

μα εγώ έχω πίσω ένα δράκο που να ζει
κατάρες μάγια φυλαχτά όλα μαζί
υπέρ ανάπαυσης την κάθε Κυριακή
κι άστους εκεί


μισό καρύδι