O Gottfried Benn υποστήριζε ότι στη λυρική ποίηση το μέτριο
είναι ανεπίτρεπτο και ανυπόφορο
Όταν με διαβάζω τον δικαιώνω

Τετάρτη, Οκτωβρίου 31

στο μαρκάτο



Παράταιρα η στάση του σκυφτή
μα είχε ένα χαμόγελο ως τ’ αυτί
μου έκαμε αστεία και γελούσα
τη τσούλαγε, εγώ την κουβαλούσα

βιτρίνα το κατάστημα με λούσα
περίσσευε στο ξώφτερνο η πατούσα
αγχέμαχα σ αγώνα βιοπάλης
ο δρόμος το καρότσι κι ο χαμάλης

της μιας να γέρνεις κι άξαφνα της άλλης
ζωή της αδικίας της μεγάλης
την αγορά παλιά τη λέγαμε μαρκάτο
και σε τσουλάμε μια μέρα παρακάτω

Τετάρτη, Οκτωβρίου 10

παραγγελιοδόχος




Κράζουν του πόνου τα λογής θαλασσοπούλια
κι άλλο χειμώνα πρέπει να βρω δανεικά
παίζουν το φεύγα και ακούγονται τα πούλια
είναι ο Νοέμβρης τον Οκτώβρη που νικά

άδειο τετράδιο το άγχος του γραφιά
μια τιμωρία βιβλική που δε μου ανήκε
η επαρχία του χειμώνα η μαγκουφιά
το μεροκάματο που σήμερα δε βγήκε

άδεια τραπέζια και καρέκλες στη βροχή
για να παλιώσουν του καιρού σαν τους ανθρώπους
κι αυτή που έκαμα καινούρια μιαν αρχή
μόνο τους κόπους της μου άφηκε, τους κόπους

στρίβω τσιγάρο και δεν πρέπει να καπνίζω
δε θα βρεθεί ποτέ για μένα μια γωνιά
είναι που πια δε με πουλώ μα με χαρίζω
είναι που ψάχνω της ζωής μου το φονιά

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 26

ο κύριος Πεγιάνοβιτς έχει πεθάνει



Έλυσαν οι χρόνοι μου και πάνε
καράβια με τη κόρνα τους στεντόρεια
στο μαύρο πάντα να μιλά τ’ άλλα να κουδουνάνε
ο μέντορας που είχα στα εμπόρια

μεγάλες προσδοκίες και στολή
του πειρατή με δυο σπαθιά και το κεφαλοπάνι
κάποιον Πεγιάνοβιτς θυμάμαι να καλεί
και πως του είπανε πως έχει πια πεθάνει

τώρα τις λέξεις περιμένω στο ποτήρι
να με φιλέψουν απ τη δόξα των μαικήνων
του πεθαμένου κάνω χρόνια ενα χατίρι
κι ας μην αγόρασα ποτέ κάτι από εκείνον

παλιά παρέα αποτσίγαρα σβηστά
και το δικό μου που είχα χούι να σαλιώνω
άλλα στο φίλτρο όταν φτάσανε μπροστά
κι άλλα δυο τζούρες μοναχά δυο τζούρες μόνο

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 3

Ο Νιαγάρας




Χαμήλωσε  φτερά το νυχτοπούλι 
τ’απέμειναν οι μνήμες της αφής
κι απ’ ένα καζανάκι οροφής
τ’ άσπρο χερούλι

 τετράγωνο κουτί των ενθυμίων
παγκάρι που ηχεί των οβολών μας
σε άγιο προστάτη των φαλών μας
κι απόρων κορασίδων πλην τιμίων

αληθινά οσα θυμίζουν κι οσα ψεύτικα
θωπεία ταπεινών αντικειμένων
 τη νίκη κουβαλούν των πεπρωμένων
κι άλλα την ήτα που ποτέ δε παραδέχτηκα

μοιάζει αναίτια τ’ αφήνω να παλιώνουν
εκει γαλήνια στη ξύλινη τη κάρα
μ’ ένα χερούλι ανάμεσα τους Νιαγάρα
να λες το τράβηξες και όλα εδώ τελειώνουν


Δευτέρα, Αυγούστου 20

το μαύρο φουστάνι


Θα έχω τρίγωνο ραυτό χίλια βελόνια
σα θα ματάρθω να σε δω λαχτάρα πόση
στη παραμάνα φυλαχτό να με λυτρώσει
απ τα δαιμόνια

μα αφού δεν έχω με ξαφνίζεις δεν με ορίζω
και τις καμπύλες με τα μάτια ιχνογραφώ
φτάνω στα στήθη σε φαντάζομαι τροφό
και μ' αφορίζω

κι ως δε σ' είχα ματαδεί μαυροφορούσα
μοιάζει να το ήξερες και τάχα να πενθείς
όπως ποτέ δε το μπορεί ν αγαπηθείς
να το μπορούσα

και σιωπώ στο αν σου πάνε κι αν αρέσεις
ωφέλεια να χω αυτόν το γρίφο τον μεγάλο
είναι του πένθους ή δεν είχες κάτι άλλο
για να φορέσεις ;



Παρασκευή, Ιουλίου 20

το ματ του έρωτα


Μιαν άνοιξη θέλω να κόψης
τα  μαλλιά σου
σα πένθους λύπη το ήθελε
κι οδύνη
σα μια παρτίδα που ’χασες
το βασιλιά σου

να στέκουν πύργοι ανώφελα
που εάλω
σύνορα κόσμου άδειου
να ορίζουν
σα κούρσο να ’βρε ο έρωτας
μεγάλο

να σέρνουν τ’ άλογα τα γκέμια
στη σκακιέρα
να ’ναι μονάχα οι δυο τρελοί
παρηγοριά σου
μιαν άνοιξη αχ να το ειδώ
μια μέρα

κι άπονη εσύ κομμένα τα
μαλλιά σου
να σεργιανάς τ’ ασπρόμαυρα
πλακάκια ερωτευμένη
κι όλο να λες ο βασιλιάς , που είναι
ο βασιλιάς σου



Τρίτη, Ιουνίου 19

η μοναξιά των καφενείων


Κάθε που τρώει μου η λάμια
κι ειν ο καφές υποφερτός
ξένος του τόπου και φερτός
τραπέζι βρίσκω πλάι στα τζάμια

όνειρο ψάχνω να ταιριάζει
το παραμύθι να κρυφτώ
και μέσα τους να ονειρευτώ
σαν ήρωας που τα νοικιάζει

κι όταν εχθρός άλλος δε μένει
γυρνώ σα να λειπα απ εκεί
σε μια που φεύγει Κυριακή
σε έναν καφέ που περιμένει

μετά το ντέρμπι των αιωνίων
στο κομπολόι στη ζαχαρίνη
σε βλέφαρα που έχουν βαρύνει
στη μοναξιά των καφενείων  

Δευτέρα, Ιουνίου 4

τα μαγαζιά των φίλων μου



Από τα μαγαζιά περνώ των φίλων μου
βλέπω την ώχρα στις μετόπες την φθορά
τα κεφαλαία ονοματά τους ν` αργοσβήνουν
μήτε μια στάλα χρώμα μια εγκατάλειψη

ίσως να ξέφτισε η ανάγκη κι από εκείνους
με σε πατάρια χρόνια πνιγηρά
σαν μαθητούδια που αρνούνται όλο πείσμα
την επανάληψη

από τα μαγαζιά περνώ των φίλων μου
των ποντικών που κρύβουνε ακούω βήματα
ακούω φάκα να χτυπά σαν κάποιον παγιδεύει
βλέπω τη λάμπα να φωτά και ως αργά να μένουν

τα πεθαμένα τους παλιά αφεντικά
στέκουν απ'εξω και τους γνέφουν με νοήματα
ψάχνουν δεν βρίσκουν τ`ονομα τους πουθενά
καρτερικά και αλύτρωτα στη πόρτα περιμένουν



Πέμπτη, Μαΐου 17

καρουζέλ


Πότε ξεκίνησαν οι γύρες πότε βγήκες
του εξήντα τρία καρουζέλ σε μια πλατεία
τόση χαρά σε μιας δραχμής την επαιτεία
απ΄ της μαμάς το πορτοφόλι με τις πίκες

έτυχε να 'ναι παρακεί ο φωτογράφος
για να παγώσει μια στροφή από τις  τόσες
κοροϊδεύουν παιδικά βγαλμένες γλώσσες
την παρακμή πριν έλθει, γήρας και ο τάφος

εκει για χρόνια μ΄ ένα φράγκο με γυρνά
το καρουζέλ και η τέχνη ενός θαλάμου
που σκοτεινός έκαμε να βρω τον μπελά μου
πως τόσες γύρες και δεν πήγες πουθενά !





Παρασκευή, Μαΐου 4

Αϊ Γιώργης




Έχω κάτι φίλους γέρους και μπατίρια
έχω κάτι φίλους μ άσπρα τα μαλλιά
που στο γλέντι πάνω σπάνε τα ποτήρια
σπάνε τα ποτήρια και μασούν γυαλιά

έχω ένα πόνο ψεύτη που εφευρίσκω
έχω ένα πόνο δράκο και τρυπώ
που στο γλέντι πάνω παίρνω όλο το ρίσκο
παίρνω όλο το ρίσκο και τον αγαπώ

έχω κι ένα θαύμα ψέματα που τάζει
έχω ένα θαύμα με τον οπαδό του
που στο γλέντι πάνω τ αϊ Γιώργη μοιάζει
τα αϊ Γιώργη μοιάζει στο ανάποδο του

στου χορού τη μέση και τα κορδελάκια
στου χορού τη μέση ο θεός στα χείλη
ένας αϊ Γιώργης μες τα παλαμάκια
ένας αϊ Γιώργης με το δράκο φίλοι



Κυριακή, Απριλίου 22

στο μουσείο


Λύχνος κοινός εις την προθήκη τ’ όνομα μου
μετρώ αιώνες σιωπής και γενεθλίων
μιας βυθοκόρου που μ’ ανέκτησε της άμμου
εύρημα τάχα ανασκαφών των εναλίων

εκει εγώ μες των ευχών να τα χιλιάσεις
να αναδεύω κάθε νύχτα φλόγα αμφίβια
σβηστός αιώνες στην αλμυρά της θαλάσσης
φέγγω και πάλι για μια στήλη επιτύμβια

και σιωπηλά πίσω από λάμπες του καθρέφτη
βρίσκω σα πρώτα πριν τα χρόνια τ’ αλμυρά μου
τη λησμονιά δεύτερο χάρο που ενυμφεύθη
πάνω στη στήλη ν' αναγράφεται η κυρά μου


Κυριακή, Απριλίου 8

Περιμένοντας την ανάσταση





Φέγγουν τα λαδοκάντηλα στους τάφους προσκεφάλι
σαν το μεγαλοβδόμαδο κοντεύει τα στερνά του
κι εκεί στον επιτάφιο Παρασκευή μεγάλη
πιάνουν πεζούλι οι νεκροί και λεν τα του θανάτου

πως τα μεγάλα Σάββατα κι ανάστασης γιορτάδες
πάνε νωρίς στην εκκλησιά και λαμπροφορεμένοι
σαν απολύει ο παπάς και φύγουν οι ψαλτάδες
μένουν ξωπίσω αλύτρωτοι κι ακόμη πεθαμένοι


Κυριακή, Απριλίου 1

τα ροδοπέταλα





Μαδούν τα ροδοπέταλα
κι αλύτρωτα έχουν πέσει
στου τραπεζιού τη μέση
κραυγή στο πουθενά

να συμβολίζουν άδολα
κι αθώα στη θανή τους
φριχτή παντοτινή τους
μια μοίρα που πονά

καθ’ ένα τους η νιότη μας,
με μόνο της ψεγάδι
απ το κλωνί στον Άδη
κοντά δυο πιθαμές

εμέτραγε τη  ζήση τους
τη μυρωδιά το χρώμα
πριν να τα κάμει χώμα
του χρόνου το εκκρεμές

τα ροδοπέταλα



Κυριακή, Μαρτίου 11

τα ψεύτικα κεράσια των καπέλων

                                                    ο πίνακας είναι  έργο της Ιωάννας  Ασσάνι 
                                                                                   το  κόκκινο καπέλο 
                                                     

Τριάντα  χρόνοι αλυχτούν σα τα σκυλιά
στα είκοσι σε γνώρισα πενήντα μετρημένοι
σου έχω μια κιλότα φυλαμένη  
κι ένα μολύβι σου φουρκέτα στα μαλλιά

και μες του Σαπρακόμιτου τα φύλλα συμπληγάδες
της γλάστρας σου κλεισμένο  ένα κλωνί
είχε ο τελάλης του ερώτα φωνή
μα εσύ τον ελογάριαζες με τους πραματευτάδες

τώρα λουλάκι κι αν μας άσπρισαν τα χρόνια
σα  τα σεντόνια σου που πλάγιαζαν πολλοί
πλάκες τετράγωνες διάδρομος κι αυλή
και το ψαθί σου ξέπλεκο να με τρυπά βελόνια

κι απέμεινε του πάθους τ’ ακριβού
τα ψεύτικα κεράσια των καπέλων
η μυρωδιά απ τα δωμάτια των μπουρδέλων
κι ένα τετράδιο σβησμένα ραντεβού







Σάββατο, Μαρτίου 3

η πάραλος





Από τη μέση σου τάζουνε και κάτω
του σώματος τα μέλη τους λαγόνες
προτάσσουνε τα στήθη σε αγώνες
φλεγόμενη της ήβης τους την βάτο
                    
στις άκρες των ματιών αντιπαλεύει
σε άφρη και σε δίνη των κυμάτων
η Πάραλος το πλοίο των μηνυμάτων
τους Μήδους συμφορά να ορμηνεύει
                
κι αλίμονο τους γύρω αντρειωμένους
ναυμάχους που ενδώσανε στον πόθο
η μαντεψιά της γνώσης μου το νόθο
να λογαριάζει μέσα στους πνιγμένους



Πέμπτη, Μαρτίου 1

ξαφνισμένοι



Καμιά φορά μες τις ομίχλες των καφενείων
πάνω στις λιγδιασμένες γραβάτες πλέκουν
τα χέρια κι αποκοιμώνται
όταν ανοίγουν τα μάτια μοιάζουν ξαφνισμένοι
μαθημένοι πάντα να ξυπνούν πλάι σε κομοδίνο
με φάρμακα
εγώ να πληρώνω ακουμπώντας αθόρυβα
τα κέρματα στο τραπέζι
και ο καφετζής να επιμένει πως φταίει
το ζάχαρο 

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 20

τα αεροπλανάκια





Σου άφησα τα αεροπλανάκια μου
την τηλεόραση που έβλεπα τον άγιο
επήρα στη μασχάλη τα φαρμάκια μου
το σίγουρο δικό μου και το πάγιο  

την κάμαρη που παίζαμε παράσταση
γκιουζέλ χανούμ βαμμένη με παστέλ
πως κάποτε υπήρχε επανάσταση
σου άφησα στο τοίχο τον Φιντέλ

και βγήκα στου φονιά το μετερίζι
ξυπόλιας με αγκάθι ένα μπόϊ
τις νύχτες να ακούς που πιστολίζει
σου άφησα και τον μικρό καμπόϊ

τα λόγια σε βουβή λειψανοθήκη
στο ράφι που κοιμούνται οι ποιητές
το όνειρο σου άφησα υποθήκη
και δε μου το επέστρεψες ποτές

δεν είναι πια παιδιά τα γειτονάκια μου
και ξένος απ το σπίτι μου περνώ
βουίζουνε τα αεροπλανάκια μου
μα δε πετάξανε ποτές στον ουρανό

Τα αεροπλανάκια μου


Παρασκευή, Φεβρουαρίου 10

το παράπονο του Οδυσσέα



Σα κόσμου που γκρεμίζετε κομμάτι
κι ας γλύτωσαν της σκύλας την οργή
των Τρώων χρεωθήκαν την πληγή
και το να του πολύφημου το μάτι

Mα πιότερο τα ασκί που χαν φυλάξει
με τους αγέρες τάχα τ’ ουρανού
το λύσαν και τ ΄αχ του κεθ ενού
αντάρα ο στεναγμός θα τους βουλιάξει

Kι ως έφτασε ως τα εδώ η Κυμοθόη
και άπονα τους κοίταξε η πλωτώ
τα απόψε σε μια θάλασσα πιοτό
χαθήκαν οι συντρόφοι μου οι αθώοι

Aπ των αιώνων τώρα τους χρωστήρες
χρώμα και σχήμα άλλαξαν οι τόποι
πλαγιάζει με πολλούς η Πηνελόπη
κι εμένα με σκοτώσαν οι μνηστήρες

το παράπονο του Οδυσσέα 

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 6

τα στρατιωτάκια




Στα κρόσσια του εξήντα μπερδεμένος
γραμμή τα στρατιωτάκια έχω στήσει
χαλί μια δρασκελιά  όλη η κτήση
χίλιες φορές ο αρχηγός αναστημένος

μεσήλικας  και αποτυχημένος
κουβέντα που αρνείται να ειπωθεί
καθώς και γι άλλη μια ν' αναστηθεί
ο αρχηγός ο πλαστικός ο σκοτωμένος

αιχμάλωτος και απαξιωμένος
ζωή πραγματικά δε μου ανήκες
μικρές  μου ιστορούσες πάντα νίκες
και πίσω ένας  πόλεμος χαμένος

τα στρατιωτάκια 

Δευτέρα, Ιανουαρίου 30

το τελευταίο φεγγάρι





Γλιστρούσε  πάνω στο στιλπνό της μελαμίνας
ενα  φεγγάρι αναίδεια  χαστούκι ηχηρό
τώρα που αλλιώτικα μετράω τον καιρό
τελειώνουν τα κουτιά τελειώνει ο μήνας

στρόγγυλες μέρες χάπια στο κουτί
σκιάχθηκες το ασήμι σου το ξοδεμένο  τσάμπα
σε νοιάζομαι αλλοίμονο σαν αστυνόμου λάμπα
εσέ κι εκείνον  πίσω σου που χεις ανακριτή

οργή τα νυχτοπούλια σου σε χαρακώνουν σμάρι
μικρός στεφανοβάρελο που κύλαγα εσύ
ολάκερο το φταίξιμο η τύψη μου μισή
φεγγάρι ασημοπίστολο σ αυτόχειρα συρτάρι

το τελευταίο φεγγάρι